Monday, November 6, 2017

Industrial Lady


Lemon City


Το νησί της γριούλας



Για την ακρίβεια δεν ήταν νησί αλλά νησίδα, στη μέση ενός μαύρου ασφάλτινου ποταμού δύο κατευθύνσεων: εκεί, μπροστά στο κόκκινο φανάρι για τα αυτοκίνητα, η γριούλα ζητιάνευε από τους οδηγούς. Οι περισσότεροι συνέχιζαν να κοιτούν ίσια μπροστά, λες και ήταν ακόμα σε κίνηση, με την επίμονη, σκυμμένη γριούλα δίπλα τους να τους ακολουθεί σταθερά σε μια φανταστική επιπλέον διαδρομή... Στη βάση των φαναριών υπήρχε καμιά φορά ένα σκαμνάκι.

Όπως όλοι οι άνθρωποι που συμπαθώ, η λεπτή γριούλα αγαπούσε πολύ τα ζώα: κάποτε μου έδειξε κάμποσες νωχελικές γάτες στην απέναντι όχθη. "Εγώ τα ταΐζω" μου είπε, φωνάζοντάς τους άγρια για να μη βγουν στο δρόμο. Και ένα μεσημέρι την είδα να σκορπίζει στο τσιμέντο από τη μόνιμη πλαστική σακούλα στο δεξί της μπράτσο φούχτες σπόρους για τα πουλιά, αν και ποτέ δεν είχα δει περιστέρια στο νησί της.

Σχεδόν πάντα με κολάκευε έντονα, κυρίως για το ντύσιμό μου. "Κάθε φορά κι άλλο πουκάμισο!" συνήθιζε να αναφωνεί κωμικά, γουρλώνοντας τα μάτια και απλώνοντας με θεατρινίστικη απορία τα χέρια, ένα πλατύ, σφιχτό χαμόγελο να κρύβει την απουσία των δοντιών. Μια φορά μάλιστα με συμβούλεψε να έχω τα βράδια στην περιοχή αυτή τα χέρια διαρκώς στις τσέπες, για να μη φαίνονται τα δαχτυλίδια μου... "Εσύ πρέπει να ήσουν πολύ όμορφος στα νιάτα σου!" (αυτό μου φάνηκε τόσο αστείο που δεν πρόλαβα καν να πληγωθώ), ενώ κάποτε μου είπε με συνωμοτικό ύφος, "Σκύψε να σου πω ένα μυστικό!..." και ξαφνικά με φίλησε λέγοντάς μου ότι με αγαπάει σαν παιδί της. Ένιωσα σαν μαθητής τού Δημοτικού.

Πότε πότε μού φώναζε αφού είχα περάσει από τα φανάρια στην ξηρά απέναντι καθ' οδόν προς τη στάση και της είχα πια γυρίσει την πλάτη. Στρεφόμουν και την έβλεπα με το χέρι της στο στήθος: "Σε έχω στην καρδιά μου!" Τότε έκανα κι εγώ την αναμενόμενη χειρονομία, αποχαιρετώντας την.

Καμιά φορά την παρατηρούσα από το λεωφορείο καθώς ερχόμουν, και από ψηλά έμοιαζε αγνώριστη αλλά προφανώς ήταν η ίδια αφού το νησί της είχε ένα μόνο κάτοικο, και αυτόν όχι μόνιμο: "Μένω στο σπιτάκι απέναντι". Η άτυχη γριούλα ήταν πάντα χαμογελαστή και ποτέ δεν μου παραπονέθηκε για τη ζωή της.

Και ξαφνικά τα πράγματα άλλαξαν, σχεδόν από τη μια μέρα στην άλλη, και τώρα πια όχι μόνο δεν μου περίσσευε το νόμισμα που με χαρά τής έδινα πριν, αλλά συχνά δεν το είχα καν, λες κι ένα αόρατο χέρι να το είχε αποσύρει από την κυκλοφορία...

Αποφάσισα λοιπόν ν' αλλάξω διαδρομή και να εγκαταλείψω τη γριούλα στο νησί της. Σκληρό αλλά δεν γινόταν αλλιώς. Ευθεία για λίγα τετράγωνα μέχρι τη συνέχεια του ασφάλτινου ποταμού, χωρίς φανάρια για πεζούς εδώ. Από το σημείο αυτό έβλεπα αριστερά μου το νησί της, αλλά δεν μπορούσα ποτέ να διακρίνω αν ήταν κι αυτή εκεί. Απέναντι από μια ακατοίκητη νησίδα, η στάση των λεωφορείων. Να φτάσεις στη νησίδα ήταν εύκολο, να την αφήσεις πίσω όμως καθόλου, καθώς ο μαύρος ποταμός καμπύλωνε στα δεξιά και αυτοκίνητα έρχονταν με μεγάλη ταχύτητα, σχεδόν αόρατα μέχρι να περάσουν με βουή μπροστά σου. Το έκανα αυτό σχεδόν καθημερινά, με μια γλυκιά γυναικεία φωνή να μου ψιθυρίζει στο αυτί κάθε φορά, "Δεν θα προλάβεις να φτάσεις απέναντι".

The Worst Team of 1973


Murder in the Plastic Garden


The Absent Model